διασμήχω

διασμήχω,
A rub well,

ψυχὴ πρὸς ὀξυωπίαν ἑαυτὴν διασμήξασα Hierocl.

inCA21p.467M.:—[voice] Pass.,

ἁλσὶν διασμηχθεὶς ὄναιτ' ἂν οὑτοσί Ar.Nu. 1237

: [tense] pf.

διέσμηκται Plu.2.693d

.
2 rub off,

λύματα τρυφαλείης Nonn.D.30.92

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασμήχει — διασμήχω rub well pres ind mp 2nd sg διασμήχω rub well pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμήχοντα — διασμήχω rub well pres part act neut nom/voc/acc pl διασμήχω rub well pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμηξαμένη — διασμήχω rub well aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμηξάμενοι — διασμήχω rub well aor part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμηχθείς — διασμήχω rub well aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμηχθῆναι — διασμήχω rub well aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμηχθῇ — διασμήχω rub well aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμηχομένοις — διασμήχω rub well pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμῆξαι — διασμήχω rub well aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμήξειαν — διασμήχω rub well aor opt act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμήξειεν — διασμήχω rub well aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.